
Το πρωτογενές πλεόνασμα των 12,77 δισ. ευρώ, ή 5,1% του ΑΕΠ, για το 2025 παρουσιάζεται ως επιτυχία των δημόσιων οικονομικών. Πίσω από τους δημοσιονομικούς δείκτες, όμως, βρίσκεται το ερώτημα ποιος πληρώνει αυτή την επίδοση και τι απομένει στο εισόδημά του.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι τα έσοδα της Γενικής Κυβέρνησης αυξήθηκαν κατά περίπου 7,22 δισ. ευρώ, ενώ οι δαπάνες αυξήθηκαν κατά 5,61 δισ. ευρώ. Η διαφορά ενίσχυσε το συνολικό πλεόνασμα. Τα παραπάνω μεγέθη είναι αποτέλεσμα της άγριας υπερφορολόγησης των εργαζομένων και των συνταξιούχων της χώρας.
Η υπερφορολόγηση της εργασίας και της καθημερινής κατανάλωσης αφαιρεί πόρους από ανθρώπους που διαθέτουν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για βασικές ανάγκες. Οι εργαζόμενοι πληρώνουν φόρους στο εισόδημά τους και ξανά όταν αγοράζουν τρόφιμα, καύσιμα και άλλα αναγκαία αγαθά. Όταν οι τιμές αυξάνονται, οι έμμεσοι φόροι μπορούν να ενισχύουν τις εισπράξεις του κράτους, ενώ η αγοραστική δύναμη των μισθών υποχωρεί.
Έτσι, η διατήρηση υπερβολικά υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, όταν στηρίζεται σε αυτή την επιβάρυνση και δεν συνοδεύεται από επαρκή κοινωνική ανταπόδοση, μπορεί να παγιώνει τη φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας. Η αδυναμία αποταμίευσης, η αναβολή αναγκαίων δαπανών και η συσσώρευση υποχρεώσεων μετατρέπουν την οικονομική πίεση σε μόνιμη συνθήκη.
Η μείωση του δημόσιου χρέους έχει σημασία. Εξίσου ουσιαστικό κριτήριο οικονομικής επιτυχίας, όμως, είναι αν οι εργαζόμενοι μπορούν να ζουν αξιοπρεπώς. Ένα κράτος που εμφανίζει διαρκώς μεγαλύτερα πλεονάσματα οφείλει να εξηγεί γιατί αυτά δεν μεταφράζονται σε ουσιαστική φορολογική ανακούφιση και ισχυρότερες δημόσιες υπηρεσίες.