
Πρώτα συγκρίνουν τις τιμές. Μετά αναζητούν προσφορές. Υπολογίζουν το κόστος ανά κιλό, περιορίζουν τις αγορές και αφήνουν για αργότερα όσα δεν θεωρούν απολύτως απαραίτητα. Για μεγάλο μέρος των καταναλωτών, αυτή είναι πλέον η καθημερινή διαχείριση του οικογενειακού προϋπολογισμού. Η ακρίβεια καθορίζει τι θα μπει στο καλάθι και τι θα μείνει στο ράφι, πόσα χρήματα περισσεύουν για μια έξοδο και ποιες ανάγκες θα περιμένουν.
Η έρευνα της Circana, που παρουσίασε ο Παναγιώτης Μπορέτος σε εκδήλωση του ECR Hellas, αποτυπώνει αυτή την πίεση με συγκεκριμένους αριθμούς. Το 74% δηλώνει ότι διαχειρίζεται τα οικονομικά του με δυσκολία ή ιδιαίτερη προσοχή, ενώ το 57% προβληματίζεται για το ύψος των αμοιβών σε σχέση με το κόστος ζωής. Ο μέσος δείκτης οικονομικής ασφάλειας περιορίζεται στο 3,89 στα 10.
Πρόκειται για ευρήματα που θέτουν ένα σαφές πολιτικό ερώτημα προς την κυβέρνηση. Πόσο αποτελεσματική μπορεί να θεωρείται η αντιμετώπιση της ακρίβειας όταν η καθημερινότητα τόσο μεγάλου μέρους των πολιτών εξακολουθεί να οργανώνεται γύρω από τον φόβο ότι τα χρήματα δεν θα φτάσουν;
Η οικονομική πολιτική κρίνεται και σε αυτό το απλό, καθημερινό μέτρο. Στο αν το εισόδημα επαρκεί για τις ανάγκες του μήνα, αν η πληρωμή του ενοικίου αφήνει περιθώριο για τις υπόλοιπες υποχρεώσεις και αν μια συνηθισμένη αγορά μπορεί να γίνει χωρίς συνεχείς υπολογισμούς.
Τα 347 ευρώ και το διαρκές κυνήγι της χαμηλότερης τιμής
Σύμφωνα με την έρευνα, η μέση μηνιαία δαπάνη στο σούπερ μάρκετ ανέρχεται στα 347 ευρώ. Το ποσό αυτό αποτελεί μία μόνο πλευρά του κόστους διαβίωσης, στο οποίο προστίθενται η στέγαση, οι λογαριασμοί, οι μετακινήσεις και οι υπόλοιπες ανάγκες. Μάλιστα, το στεγαστικό κόστος αναδεικνύεται επίσης σε μία από τις σημαντικότερες πηγές πίεσης.
Η ανάγκη εξοικονόμησης αποτυπώνεται καθαρά στα κριτήρια των αγορών. Η τιμή συγκεντρώνει το 92% και οι προσφορές το 79,1%, με τις κριτικές να ακολουθούν στο 42,3%. Η ευκολία αγοράς ή παράδοσης, η διαθεσιμότητα και τα προγράμματα πιστότητας βρίσκονται χαμηλότερα.
Οι καταναλωτές σχεδιάζουν περισσότερο τις αγορές τους και συγκρίνουν το πραγματικό κόστος ανά κιλό, λίτρο ή τεμάχιο. Αυτή η προσεκτικότερη συμπεριφορά μπορεί να περιγράφεται ως «έξυπνη κατανάλωση». Σε συνδυασμό, όμως, με τη χαμηλή οικονομική ασφάλεια και τις περικοπές δαπανών, αναδεικνύει και κάτι πιο πιεστικό. Την προσπάθεια να χωρέσουν οι ανάγκες σε έναν προϋπολογισμό με στενά περιθώρια.
Η ευθύνη της κυβέρνησης δεν εξαντλείται στο να προτρέπει τον πολίτη να αναζητά τη φθηνότερη επιλογή. Το ζητούμενο είναι να δημιουργούνται συνθήκες στις οποίες η κάλυψη των βασικών αναγκών δεν απαιτεί έναν καθημερινό μαραθώνιο συγκρίσεων.
Περικοπές στην καθημερινότητα και στροφή στην ιδιωτική ετικέτα
Η μεγάλη πλειονότητα των ερωτηθέντων έχει ήδη περιορίσει δαπάνες για διασκέδαση, ένδυση και άλλες μη βασικές κατηγορίες. Πρόκειται για τις επιλογές που συνήθως υποχωρούν πρώτες όταν ο προϋπολογισμός πιέζεται. Η συρρίκνωσή τους, ωστόσο, σημαίνει και λιγότερο χώρο για την κοινωνική ζωή, την ξεκούραση και τις μικρές καθημερινές επιθυμίες.
Παράλληλα, το 63% αγοράζει συχνά προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, με διαφοροποιήσεις ανά κατηγορία. Το εύρημα εντάσσεται σε μια αγορά όπου η τιμή έχει καθοριστικό βάρος και οι καταναλωτές εξετάζουν εναλλακτικές για να συγκρατήσουν τις δαπάνες τους.
Οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ διατηρούν, πάντως, την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, με μέση αξιολόγηση 4,48 στα 7, την υψηλότερη μεταξύ των κλάδων λιανεμπορίου που εξετάζονται. Η εμπιστοσύνη προς ένα κατάστημα, όμως, δεν συνεπάγεται ότι ο πελάτης αισθάνεται οικονομικά ασφαλής όταν φτάνει στο ταμείο.
Ακόμη και οι εφαρμογές υπηρετούν την αναζήτηση προσφορών
Η πίεση στο πορτοφόλι διαμορφώνει και τη χρήση της τεχνολογίας. Το 65,6% χρησιμοποιεί εφαρμογές λιανεμπορίου τουλάχιστον περιστασιακά, με το 23,6% να δηλώνει συχνή χρήση. Κυρίαρχη λειτουργία τους είναι η ενεργοποίηση προσφορών και κουπονιών, με ποσοστό 58%, ενώ ακολουθεί η προετοιμασία πριν από την επίσκεψη στο κατάστημα, με 33,1%.
Αντίστοιχα, οι τιμές και οι προσφορές βρίσκονται στην πρώτη θέση και στους λόγους επαναγοράς, συγκεντρώνοντας 78%. Ο καταναλωτής επιστρέφει εκεί όπου θεωρεί ότι μπορεί να εξασφαλίσει μεγαλύτερη οικονομία.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στην ευκολία που προσφέρει η τεχνολογία και στην οικονομική άνεση που εξακολουθεί να λείπει. Οι εφαρμογές διευκολύνουν την αναζήτηση. Δεν καλύπτουν την αναντιστοιχία εισοδήματος και κόστους ζωής.
Η έξοδος και οι διακοπές δεν αναιρούν την πίεση
Παρά τις δυσκολίες, το φαγητό εκτός σπιτιού και οι διακοπές εξακολουθούν να έχουν θέση στις προτεραιότητες των Ελλήνων. Κατά τον Παναγιώτη Μπορέτο, αυτό δείχνει ότι οι καταναλωτές επιδιώκουν να διατηρήσουν εμπειρίες και στιγμές ευημερίας ακόμη και υπό οικονομική πίεση.
Το στοιχείο αυτό χρειάζεται να διαβαστεί μαζί με τα υπόλοιπα ευρήματα. Η επιθυμία για μια έξοδο ή για λίγες ημέρες διακοπών μπορεί να συνυπάρχει με περικοπές σε άλλες δαπάνες. Από μόνη της δεν αποτελεί τεκμήριο οικονομικής άνεσης.
Για την κυβέρνηση, επομένως, το ουσιαστικό κριτήριο είναι αν οι παρεμβάσεις της αποκαθιστούν την αγοραστική δύναμη και μειώνουν την ανασφάλεια. Η προστασία του εισοδήματος, ο αποτελεσματικός έλεγχος της αγοράς και η αντιμετώπιση του στεγαστικού κόστους οφείλουν να έχουν μετρήσιμο αντίκρισμα στην καθημερινότητα.
Όσο η οικονομική ασφάλεια παραμένει στο 3,89 στα 10, η πολιτική απάντηση δεν μπορεί να θεωρείται επαρκής. Οι πολίτες έχουν ήδη προσαρμόσει τις αγορές και τις επιθυμίες τους. Η κυβέρνηση καλείται να δείξει πότε αυτή η διαρκής προσαρμογή θα μετατραπεί σε πραγματική ανακούφιση.