
«Έχω ακούσει σχόλια ότι αυτό που κάνω είναι για άντρες. Αυτό, όμως, δεν με επηρέασε ούτε με έκανε να σταματήσω. Κάθε άλλο». Η Δέσποινα Κουδουνά είναι μόλις 21 ετών και έχει επιλέξει να μείνει στα Χίδηρα της Λέσβου και να ασχοληθεί με την κτηνοτροφία. Η Ταξούλα Παπαπορφυρίου, 29 ετών, κατάγεται από την Άντισσα και ζει στον Μεσότοπο, όπου μαζί με τον σύζυγό της μεγαλώνουν τα δύο παιδιά τους και εργάζονται στην κτηνοτροφική τους μονάδα.
Δύο νέες αγρότισσες, με διαφορετικές αφετηρίες, περιγράφουν τη ζωή τους μέσα από όσα κάνουν καθημερινά. Τη φροντίδα των ζώων, το άρμεγμα, τις οικογενειακές υποχρεώσεις, την κούραση και την αγωνία για το αύριο. Μιλούν όμως και για την επιλογή να συνεχίζουν, για την ικανοποίηση από τη δουλειά τους και για την ανάγκη να αντιμετωπίζονται ως ισότιμες εργαζόμενες και παραγωγοί.
Για τη Δέσποινα, η σχέση με τα ζώα ξεκίνησε από τα παιδικά της χρόνια. Μεγάλωσε σε μια οικογένεια που τα αγαπούσε ιδιαίτερα, σε ένα χωριό όπου η κτηνοτροφία αποτελεί κύριο επάγγελμα και σημαντικό μέρος της ζωής των κατοίκων.
«Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ήθελα να ασχοληθώ με αυτόν τον τομέα», λέει. «Ενώ οι περισσότεροι φίλοι μου ήθελαν να σπουδάσουν, εγώ προτίμησα να μείνω στον τόπο μου και να ακολουθήσω τον δικό μου δρόμο».
Γνωρίζει τις απαιτήσεις αυτής της επιλογής. Η καθημερινότητά της αλλάζει ανάλογα με την εποχή και τις ανάγκες των ζώων. Την περίοδο που τα πρόβατα γεννούν, ξυπνά πολύ νωρίς και βρίσκεται συνεχώς κοντά τους, ώστε να παρακολουθεί την κατάστασή τους. Το άρμεγμα, πρωί και βράδυ, κυρίως τους χειμερινούς μήνες, προσθέτει δουλειά και κούραση. «Αυτό, όμως, δεν με κουράζει ψυχικά γιατί γνωρίζω ότι ασχολούμαι με κάτι που αγαπώ».
Η Ταξούλα γνώρισε την κτηνοτροφία μέσα από την κοινή της πορεία με τον σύζυγό της. Έμαθε τη δουλειά στην πράξη, αποκτώντας σταδιακά εμπειρία και αναλαμβάνοντας τις ευθύνες που τη συνοδεύουν.
«Στην αρχή μπορεί να μην καταλαβαίνεις πόσο δύσκολη είναι αυτή η δουλειά, αλλά όσο περνάει ο καιρός μαθαίνεις, αποκτάς εμπειρία και γίνεσαι μέρος αυτής της προσπάθειας. Σήμερα είναι κομμάτι της ζωής και της οικογένειάς μας», εξηγεί.
Η μέρα της αρχίζει νωρίς, με τα ζώα. Χρειάζονται φροντίδα, τάισμα, άρμεγμα και έλεγχο ότι όλα είναι καλά. Παράλληλα, υπάρχουν τα δύο παιδιά, το σπίτι και οι υπόλοιπες υποχρεώσεις. «Η μέρα τελειώνει όταν τελειώσουν οι δουλειές, όχι όταν το λέει το ρολόι. Και πολλές φορές, την ώρα που ξεκουράζεσαι, σκέφτεσαι ήδη τι έχεις να κάνεις την επόμενη μέρα».
Στην κτηνοτροφία, όπως λέει, δεν υπάρχουν ημέρες που μπορείς απλώς να αποφασίσεις ότι δεν θα δουλέψεις. Οι ανάγκες των ζώων παραμένουν ίδιες την Κυριακή, τη γιορτή, την ημέρα που είσαι κουρασμένος ή έχεις κάποια άλλη υποχρέωση. «Έχεις ευθύνη απέναντι σε ζωντανά πλάσματα που εξαρτώνται από εσένα».
Με τον σύζυγό της μοιράζονται τις εργασίες ανάλογα με όσα χρειάζεται να γίνουν κάθε φορά. Η ίδια ασχολείται με τη φροντίδα των ζώων, το άρμεγμα και τις καθημερινές δουλειές της μονάδας, αλλά και με οτιδήποτε προκύψει.
«Δεν υπάρχουν αυστηρά όρια στο ποιος κάνει τι. Όταν υπάρχει ανάγκη, κάνουμε και οι δύο ό,τι χρειάζεται. Για να λειτουργήσει μια κτηνοτροφική μονάδα, πρέπει να υπάρχει συνεργασία».
Η ανατροφή δύο παιδιών μαζί με αυτή τη δουλειά απαιτεί πολλή υπομονή και οργάνωση. Η Ταξούλα προσπαθεί να βρίσκεται κοντά τους όσο περισσότερο μπορεί, να ασχολείται μαζί τους και να μη χάνει τις σημαντικές στιγμές τους.
«Δεν είναι πάντα εύκολο, γιατί οι δουλειές δεν τελειώνουν ποτέ. Όμως θέλω να μεγαλώσουν γνωρίζοντας ότι η δουλειά έχει αξία, ότι τίποτα δεν κερδίζεται χωρίς προσπάθεια και ότι η οικογένεια είναι πάνω απ’ όλα».
Υπάρχουν ημέρες που οι υποχρεώσεις συσσωρεύονται και χρειάζεται να αποφασίσει τι προηγείται. Αν προκύψει κάτι με τα ζώα, μια δουλειά του σπιτιού ή κάτι προσωπικό θα μείνει πίσω. Άλλες φορές, ενώ βρίσκεται με τα παιδιά της, σκέφτεται όσα την περιμένουν στη μονάδα. «Δεν γίνεται να είσαι παντού ταυτόχρονα. Αυτό που μετράει είναι να υπάρχει κατανόηση και να προσπαθείς κάθε μέρα να κρατάς τις ισορροπίες», λέει. «Προσπαθώ να βάζω προτεραιότητες και να κάνω πρώτα όσα δεν μπορούν να περιμένουν. Δεν γίνεται να τα κάνεις όλα τέλεια κάθε μέρα. Κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς και συνεχίζεις».
Την κρατούν η οικογένειά της, ο κόπος που έχει μοιραστεί με τον σύζυγό της και η προσπάθεια να προσφέρουν ένα καλύτερο μέλλον στα παιδιά τους. Μαζί με την κούραση και την αγωνία, υπάρχει και η ικανοποίηση ότι δημιουργούν κάτι με τα χέρια τους και την καθημερινή τους εργασία.
Αυτή η προσπάθεια, όμως, δεν είναι πάντα ορατή σε όσους βρίσκονται έξω από το επάγγελμα. Η Ταξούλα επισημαίνει ότι πίσω από την παραγωγή γάλακτος βρίσκονται πολλές ώρες δουλειάς, έξοδα, αβεβαιότητα για τις τιμές, αρρώστιες και δυσκολίες που μπορεί να προκύψουν από τη μια στιγμή στην άλλη.
«Η κτηνοτροφία δεν είναι μόνο η παραγωγή. Είναι ευθύνη κάθε μέρα, χωρίς διακοπές και χωρίς εγγυημένο εισόδημα».
Για αυτή την αβεβαιότητα μιλά και η Δέσποινα, αναφερόμενη στον αφθώδη πυρετό. Παρότι δεν έχει μετανιώσει για την επιλογή της και συνεχίζει με όρεξη και μεράκι, η εμφάνιση της νόσου την έκανε να ανησυχήσει για την εξέλιξη των πραγμάτων και για τους ανθρώπους που έμειναν χωρίς δουλειά.
«Όμως έλεγα ότι δεν θα τα παρατήσω. Θα μείνω εδώ και θα συνεχίσω αυτό που άφησαν πίσω οι πρόγονοί μου. Αν φύγουν όλοι οι νέοι από τα χωριά τους, αυτό το επάγγελμα θα καταστραφεί, κάτι που δεν θα μου άρεσε καθόλου».
Η παραμονή της στα Χίδηρα συνδέεται και με όσα αγαπά στον τρόπο ζωής της. Το πρωινό ξύπνημα και η έξοδος στη φύση έχουν τη δική τους αξία για εκείνη. Κάνει τη δουλειά της με αγάπη και περηφάνια, χωρίς να αισθάνεται ότι χρειάζεται να αποδείξει την αξία της σε όσους τη βλέπουν υποτιμητικά επειδή είναι γυναίκα.
«Το κάνω γιατί μου αρέσει και προσπαθώ για μένα και για το μέλλον μου, όπως ο καθένας έχει τους στόχους του».
Στις συγκεντρώσεις όπου συζητούνται θέματα της δουλειάς, προσπαθεί να λέει την άποψή της, ακόμη κι αν αυτή προκαλέσει συζήτηση από άντρες. Γνωρίζει γυναίκες που θα ήθελαν να ασχοληθούν με την κτηνοτροφία, αλλά διστάζουν εξαιτίας των σχολίων. Γνωρίζει, ωστόσο, και πολλές που το κάνουν ήδη με αγάπη και μεγάλη όρεξη.
Παράλληλα, βλέπει ότι οι συνθήκες εργασίας έχουν αλλάξει σε σχέση με το παρελθόν. Τα αυτοκίνητα, τα αρμεκτικά και τα κτίρια με υποδομές διευκολύνουν τη δουλειά. Σε μια γυναίκα που σκέφτεται να γίνει αγρότισσα, θέλει να πει να μη σταθεί στις γνώμες των γύρω της, να έχει πίστη στον εαυτό της και στην επιλογή της.
«Καμία δουλειά δεν είναι ντροπή, αρκεί να σου αρέσει και πάνω απ’ όλα η φροντίδα των ζώων απαιτεί υπευθυνότητα, υπομονή και αγάπη».
Η Ταξούλα, από την πλευρά της, θέτει το ζήτημα της αναγνώρισης. Όπως λέει, η γυναίκα στην κτηνοτροφία εργάζεται πολλές ώρες, φροντίζει τα ζώα, συμμετέχει στην παραγωγή και συχνά αναλαμβάνει παράλληλα το βάρος του σπιτιού. Η προσφορά της, ωστόσο, πολλές φορές περνά απαρατήρητη.
«Πρέπει να αναγνωρίζεται ότι η γυναίκα δεν είναι απλώς βοηθός του άντρα της. Είναι εργαζόμενη, παραγωγός και βασικό κομμάτι της κτηνοτροφικής μονάδας».
Θεωρεί ότι εξακολουθούν να υπάρχουν δυσκολίες και στην πρόσβαση σε επιδοτήσεις, χρηματοδοτήσεις, κατάρτιση και θέσεις εκπροσώπησης. Οι ίσες ευκαιρίες στα χαρτιά δεν αρκούν όταν μια γυναίκα έχει περισσότερες υποχρεώσεις και λιγότερο χρόνο για να ενημερωθεί, να παρακολουθήσει μια εκπαίδευση ή να διεκδικήσει τη συμμετοχή της.
«Χρειάζεται περισσότερη ενημέρωση, στήριξη και ουσιαστικές ευκαιρίες, ώστε οι γυναίκες να μπορούν να συμμετέχουν ισότιμα και να ακούγεται η φωνή τους».
Η αντίληψη ότι ο άντρας είναι ο κτηνοτρόφος της οικογένειας και η γυναίκα απλώς τον βοηθά παραμένει, όπως τονίζει. Η καθημερινή τους εργασία, όμως, περιλαμβάνει ευθύνες και ουσιαστική συμμετοχή στην παραγωγή και στην επιβίωση της οικογένειας.
«Δεν ζητάμε κάποια ειδική μεταχείριση. Ζητάμε να αναγνωρίζεται η δουλειά μας και να έχουμε τις ίδιες ευκαιρίες και τον ίδιο σεβασμό».
Κλείνοντας, η Ταξούλα δίνει το δικό της μήνυμα για τις γυναίκες που εργάζονται στην κτηνοτροφία.
«Η κτηνοτροφία δεν έχει φύλο. Έχει κόπο, ευθύνη και αγάπη. Και πίσω από κάθε οικογένεια που παλεύει να κρατήσει το κοπάδι της, υπάρχουν γυναίκες που δουλεύουν καθημερινά, μεγαλώνουν παιδιά και αγωνίζονται για το μέλλον τους. Οι γυναίκες της κτηνοτροφίας δεν ζητάμε να μας χαριστεί τίποτα. Ζητάμε να αναγνωρίζεται ο κόπος μας, να έχουμε ίσες ευκαιρίες και να ακούγεται η φωνή μας».