
Την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση στη στεγαστική επιβάρυνση καταλαμβάνει η Ελλάδα, με τα νοικοκυριά να διαθέτουν κατά μέσο όρο το 34,6% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, έναντι 18,9% στην ΕΕ, σύμφωνα με τα στοιχεία για το 2025 που παρατίθενται σε ανάλυση του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών. Πρόκειται για μια αρνητική πρωτιά που αποτυπώνει την απόσταση ανάμεσα στο κόστος κατοικίας και στις οικονομικές δυνατότητες των πολιτών.
Η πίεση είναι ιδιαίτερα έντονη για όσους ζουν στο ενοίκιο, τους νέους και τα νοικοκυριά που αποπληρώνουν στεγαστικό δάνειο. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η ανάλυση, η δυσκολία εξασφάλισης προσιτής κατοικίας δεν περιορίζεται πλέον στα χαμηλότερα εισοδήματα, αλλά επεκτείνεται σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Πάνω από έξι στους δέκα ενοικιαστές με υπέρμετρη επιβάρυνση
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα όταν εξετάζεται η υπέρμετρη στεγαστική επιβάρυνση, δηλαδή η περίπτωση κατά την οποία οι δαπάνες στέγασης ξεπερνούν το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.
Στους ενοικιαστές, το ποσοστό όσων βρίσκονται σε αυτή τη θέση υπερβαίνει το 60%. Αυτό σημαίνει ότι για περισσότερους από έξι στους δέκα η κάλυψη των στεγαστικών αναγκών δεσμεύει πάνω από τέσσερα στα δέκα ευρώ του διαθέσιμου εισοδήματός τους, περιορίζοντας τα περιθώρια για άλλες καθημερινές ανάγκες.
Αντίστοιχα, το ποσοστό υπέρμετρης επιβάρυνσης ξεπερνά το 52% στους νέους ηλικίας 18 έως 29 ετών, πλησιάζει το 50% στους ανέργους και φτάνει το 48,6% στους ιδιοκτήτες που αποπληρώνουν στεγαστικό δάνειο.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η απόκτηση ή η ενοικίαση κατοικίας αποτελεί ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση για τους νέους, ενώ η ιδιοκτησία δεν εξασφαλίζει από μόνη της προστασία από τη στεγαστική πίεση, όταν συνοδεύεται από δανειακές υποχρεώσεις.
Η εργασία δεν αρκεί για να καλυφθεί το κόστος
Η στεγαστική δυσκολία αγγίζει και σημαντικό μέρος των εργαζομένων. Στους μισθωτούς, το ποσοστό υπέρμετρης επιβάρυνσης υπερβαίνει το 33%, ενώ στους αυτοαπασχολούμενους διαμορφώνεται στο 25,5%. Στους συνταξιούχους ανέρχεται στο 21,4%.
Ανά ηλικιακή ομάδα, το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 36,6% για τα άτομα ηλικίας 30 έως 54 ετών και το 21,8% για τις ηλικίες 55 έως 84 ετών.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν ότι η ύπαρξη εισοδήματος από εργασία δεν εγγυάται πλέον την πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή στέγη. Ιδιαίτερη πίεση δέχονται επίσης τα μονογονεϊκά νοικοκυριά, που καλούνται να ανταποκριθούν στις στεγαστικές και οικογενειακές ανάγκες με περιορισμένους πόρους.
Οι τιμές ανεβαίνουν ταχύτερα από τις δυνατότητες των νοικοκυριών
Σύμφωνα με την ανάλυση του ΙΟΒΕ, οι τιμές των ακινήτων αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς από το 2017, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα. Η άνοδός τους είναι ταχύτερη από εκείνη των ενοικίων, ένδειξη του ισχυρού επενδυτικού ενδιαφέροντος για την αγορά ακινήτων.
Παράλληλα, οι τιμές απομακρύνονται από την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, δυσκολεύοντας την πρόσβαση στην ιδιοκτησία. Όσο αυξάνεται το ποσό που απαιτείται για την αγορά μιας κατοικίας, τόσο μεγαλώνει και το εμπόδιο για όσους προσπαθούν να αποκτήσουν το πρώτο τους σπίτι.
Στα ενοίκια, μάλιστα, η καταγεγραμμένη άνοδος δεν αποτυπώνει πλήρως την πίεση που συναντά κάποιος όταν αναζητά σήμερα κατοικία. Οι σχετικοί δείκτες περιλαμβάνουν και παλαιότερα συμβόλαια με χαμηλότερα μισθώματα, με αποτέλεσμα να υποεκτιμάται η αύξηση που αντιμετωπίζουν οι νέοι ενοικιαστές.
Λίγες διαθέσιμες κατοικίες και ακριβότερη κατασκευή
Στην πλευρά της προσφοράς, καθοριστικό ρόλο έχει παίξει η κατάρρευση της κατασκευαστικής δραστηριότητας κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Η περιορισμένη παραγωγή νέων κατοικιών άφησε την αγορά χωρίς επαρκές διαθέσιμο απόθεμα όταν η ζήτηση άρχισε να ενισχύεται ξανά από το 2017.
Την αύξηση της προσφοράς δυσκολεύει και το υψηλότερο κόστος κατασκευής. Η ενέργεια, οι πρώτες ύλες, ο δανεισμός και οι απαιτήσεις ενεργειακής αναβάθμισης επιβαρύνουν τις επενδύσεις και συμβάλλουν στην άνοδο των τιμών.
Οι επενδύσεις σε κατοικίες αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς από το 2021, ενώ μέρος αυτής της δραστηριότητας ενδέχεται να συνδέεται με ανακαινίσεις που επιτρέπουν την επαναφορά κενών ακινήτων στην αγορά. Παράλληλα, η ζήτηση από το εξωτερικό και οι επενδύσεις μέσω του προγράμματος Golden Visa ενισχύουν την ανοδική πορεία των τιμών.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, τα νοικοκυριά στρέφονται προς μικρότερες κατοικίες στα μεγάλα αστικά κέντρα, αναζητώντας λύσεις που να μπορούν να υποστηρίξουν οικονομικά.