
Το ελαιόλαδο της Λέσβου χρειάζεται να αναγνωριστεί και να προβληθεί πρώτα στον ίδιο τον τόπο που το παράγει, ώστε να διεκδικήσει μεγαλύτερη αξία στις διεθνείς αγορές. Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασης του Δημήτρη Φάββα, προέδρου του Συνδέσμου Παραγωγής Εμπορίας Τυποποίησης Ελληνικού Ελαιολάδου (ΣΥΠΕΤΕΕΛ), στην εκδήλωση «Roots of Lesvos», που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου στην Αγία Παρασκευή.
Ο τεχνολόγος γεωπόνος και γευσιγνώστης ελαιολάδου συνέδεσε την προοπτική του κλάδου με την επιβίωση των παραγωγών, την παραμονή των νέων στην ύπαιθρο και τη συνεργασία ανάμεσα στην πρωτογενή παραγωγή, την εστίαση και τον τουρισμό. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η γεωγραφική ένδειξη του λεσβιακού ελαιολάδου αποτελεί εργαλείο, το οποίο χρειάζεται συγκεκριμένες ενέργειες για να αποδώσει.
Το ελαιόλαδο να φαίνεται στον τόπο του
Αφετηρία της τοποθέτησής του ήταν ένα ερώτημα για την παρουσία του τοπικού προϊόντος στην εστίαση. Σε πόσα εστιατόρια της Μυτιλήνης και της υπόλοιπης Λέσβου μπορεί ο επισκέπτης να συναντήσει ένα εμφιαλωμένο ελαιόλαδο που να του θυμίζει πού βρίσκεται;
Για τον κ. Φάββα, η απάντηση συνδέεται άμεσα με την αξιοπιστία της προσπάθειας προβολής του προϊόντος στο εξωτερικό. Όπως ανέφερε, οι ξένοι αγοραστές ενδιαφέρονται και για τη θέση που έχει ένα προϊόν στην εσωτερική αγορά, αλλά και για τις πωλήσεις που πραγματοποιεί μια επιχείρηση στη χώρα της.
«Πρέπει πρώτα να το τιμήσουμε στον τόπο της καταγωγής του», τόνισε, θέτοντας την τοπική κατανάλωση και προβολή ως βασική προϋπόθεση για τη διεκδίκηση προστιθέμενης αξίας στις εξαγωγές.
Στο ίδιο πλαίσιο, επισήμανε ότι η προσπάθεια χρειάζεται να αναπτύσσεται ταυτόχρονα στην οικιακή κατανάλωση, στην εστίαση και στις διεθνείς αγορές, χωρίς να παραμελείται κανένα από αυτά τα πεδία.
Τουρισμός και παραγωγή με κοινή στόχευση
Ο πρόεδρος του ΣΥΠΕΤΕΕΛ αμφισβήτησε την προσέγγιση που αντιμετωπίζει τον τουρισμό ως τη μοναδική ισχυρή βάση της ελληνικής οικονομίας. Υποστήριξε ότι το τουριστικό προϊόν μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη όταν συνδυάζεται με τα προϊόντα που εκφράζουν την ταυτότητα της χώρας και κάθε περιοχής.
Για τη Λέσβο, η σύνδεση αυτή περνά και μέσα από την ανάδειξη του ελαιολάδου ως στοιχείου της εμπειρίας του επισκέπτη. Προϋποθέτει, ωστόσο, συνεργασία και σαφή προσανατολισμό.
Όπως εξήγησε, οι μεμονωμένες προσπάθειες μπορούν να προσθέτουν αποτελέσματα. Όταν όμως οι δυνάμεις ενός τόπου συνεργάζονται με στρατηγική και κοινό στόχο, μπορούν να τα πολλαπλασιάσουν.
Έκανε επίσης ιδιαίτερη αναφορά στην ελαιοκομική κληρονομιά της Λέσβου, σημειώνοντας ότι οι εγκαταστάσεις ελαιουργίας του νησιού είχαν χαρακτηριστικά βιομηχανίας σε εποχές κατά τις οποίες σε άλλες περιοχές της Ελλάδας λειτουργούσαν ακόμη πρόχειρες κατασκευές. Η ιστορία αυτή, όπως ανέφερε, δημιουργεί αίσθημα ευθύνης για το μέλλον του κλάδου.
Η πίεση στο χύμα και η ανάγκη επώνυμου προϊόντος
Αναφερόμενος στη διεθνή αγορά, ο κ. Φάββας περιέγραψε ένα περιβάλλον αυξανόμενου ανταγωνισμού. Κατά την ανάλυσή του, η Ελλάδα στηρίχθηκε επί δεκαετίες στην τροφοδοσία της Ιταλίας με χύμα ελαιόλαδο, το οποίο αξιοποιούνταν από ισχυρές εμπορικές επωνυμίες.
Σήμερα, όπως υποστήριξε, άλλες ελαιοπαραγωγές χώρες διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο σε αυτή την αγορά, εντείνοντας την πίεση στις τιμές και περιορίζοντας τα περιθώρια για το ελληνικό προϊόν.
Ως διέξοδο πρότεινε την ενίσχυση της αναγνωρισιμότητας του ελληνικού ελαιολάδου και τη διάθεση επώνυμων προϊόντων σε αγορές που μπορούν να αναγνωρίσουν και να πληρώσουν την ποιότητα και την προέλευσή τους.
Σε αυτή την προσπάθεια ενέταξε και την Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη του ελαιολάδου της Λέσβου, χαρακτηρίζοντάς την «όπλο» στις διεθνείς αγορές. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι η ύπαρξη ενός τέτοιου πλεονεκτήματος χρειάζεται να συνοδεύεται από τη βούληση και την οργανωμένη προσπάθεια αξιοποίησής του.
Βιώσιμος παραγωγός και δίκαιη αξία
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του έθεσε δύο απαραίτητους κρίκους της αγοράς, τον παραγωγό και τον καταναλωτή. Χωρίς παραγωγό που μπορεί να συνεχίσει να καλλιεργεί και χωρίς καταναλωτή που αναζητά το προϊόν, όπως σημείωσε, δεν μπορεί να υπάρξει προοπτική για τους υπόλοιπους κρίκους της αλυσίδας.
Υπογράμμισε επομένως την ευθύνη των επαγγελματιών του κλάδου να συμβάλλουν ώστε ο παραγωγός να παραμένει στον τόπο του και να παράγει με αξιοπρέπεια, ενώ ο καταναλωτής να αποκτά ένα αξιόπιστο προϊόν σε τιμή ανάλογη με την αξία του.
Συνέδεσε μάλιστα αυτή την προοπτική με το δημογραφικό και την ερήμωση της υπαίθρου. Κατά την εκτίμησή του, τα επιδόματα και τα επιμέρους προγράμματα δεν αρκούν για να κρατήσουν τους νέους στις περιοχές τους. Απαιτείται η δημιουργία οικονομικής προοπτικής μέσα από την παραγωγή και την αύξηση της αξίας των τοπικών προϊόντων.
Εθνική στρατηγική και συνεργασία
Ο κ. Φάββας εξέφρασε ανησυχία και για τη θέση του ελαιολάδου στις διατροφικές συνήθειες των νεότερων γενεών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε, η ετήσια κατά κεφαλήν κατανάλωση στην Ελλάδα έχει περιοριστεί από περίπου 17 λίτρα πριν από τρεις δεκαετίες σε περίπου 8 λίτρα σήμερα.
Ζήτησε οργανωμένη εκστρατεία ενημέρωσης για το ελληνικό και το λεσβιακό ελαιόλαδο, καθώς και μεγαλύτερη παρουσία της ελληνικής διατροφής στην εκπαίδευση.
Παρουσιάζοντας τον ρόλο του ΣΥΠΕΤΕΕΛ, εξήγησε ότι η δημιουργία του προέκυψε από την ανάγκη επαγγελματιών του κλάδου να ενώσουν τις δυνάμεις τους. Αναφέρθηκε στη συμμετοχή της Λέσβου και στον Στέφανο Βοστάνη, ταμία του Συνδέσμου, καλώντας και άλλες επιχειρήσεις να στηρίξουν την προσπάθεια.
Κλείνοντας, ζήτησε οι επόμενες συναντήσεις να συνοδεύονται από απολογισμό συγκεκριμένων ενεργειών και αποτελεσμάτων. Η καθιέρωση της εκδήλωσης ως θεσμού, όπως επισήμανε, αποκτά ουσία εφόσον στο διάστημα που μεσολαβεί έχει προχωρήσει η κοινή δουλειά για το προϊόν και τους ανθρώπους του.