
Τα νεότερα στοιχεία για τον Αύγουστο επιβεβαιώνουν ότι η κρίση στην κτηνοτροφία της Λέσβου συνεχίζεται, προσθέτοντας νέες απώλειες στην ήδη μεγάλη υποχώρηση της γαλακτοπαραγωγής. Από τον Μάρτιο έως και τον Αύγουστο του 2026, οι παραδόσεις πρόβειου και γίδινου γάλακτος προς μεταποίηση μειώθηκαν κατά περίπου 10.085 τόνους, σε σύγκριση με το αντίστοιχο εξάμηνο του 2025.
Παράλληλα, εκατοντάδες κτηνοτρόφοι έχουν πάψει να εμφανίζονται στις μηνιαίες παραδόσεις προς μεταποίηση, αποτυπώνοντας τη μεγάλη συρρίκνωση της παραγωγικής δραστηριότητας της αιγοπροβατοτροφίας.
Τα στοιχεία του ΕΛΓΟ – Δήμητρα αφορούν το σύνολο του νομού Λέσβου, δηλαδή τη Λέσβο, τη Λήμνο και τον Άγιο Ευστράτιο. Ωστόσο, περίπου το 80% της καταγεγραμμένης παραγωγής προέρχεται από τη Λέσβο, γεγονός που δείχνει πως τα μέτρα για την αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού είναι πολύ πιο καταστροφικά από την ίδια την νόσο.
Η υποχώρηση των παραδόσεων καταγράφεται μέσα στις βαριές συνέπειες του αφθώδους πυρετού και των μέτρων που εφαρμόστηκαν για την αντιμετώπισή του. Οι μαζικές θανατώσεις περίπου 90.000 αιγοπροβάτων, οι περιορισμοί στις μετακινήσεις και στη λειτουργία των μονάδων, αλλά και η γενικότερη αναστάτωση της παραγωγικής διαδικασίας έχουν αφήσει βαθύ αποτύπωμα στην κτηνοτροφία και στην τοπική οικονομία.
Τον Αύγουστο του 2026 παρέδωσαν πρόβειο γάλα προς μεταποίηση 1.269 κτηνοτρόφοι, έναντι 1.565 τον ίδιο μήνα του 2025. Δηλαδή οι παραγωγοί που παρέδωσαν γάλα μειώθηκαν κατά 296, δηλαδή κατά 18,9%.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η ποσοστιαία μείωση της παραδοθείσας ποσότητας. Τον Αύγουστο του 2026 οδηγήθηκαν στη μεταποίηση 1.382.861 κιλά πρόβειου γάλακτος, έναντι 1.869.896 κιλών τον Αύγουστο του 2025. Η απώλεια ανήλθε σε 487.035 κιλά, δηλαδή περίπου 487 τόνους, με την πτώση να διαμορφώνεται στο 26%.
Στο γίδινο γάλα, τον Αύγουστο του 2026 παρέδωσαν παραγωγή 297 κτηνοτρόφοι, έναντι 421 έναν χρόνο νωρίτερα. Πρόκειται για 124 λιγότερους παραγωγούς και μείωση 29,5%.
Οι παραδόσεις γίδινου γάλακτος περιορίστηκαν στα 256.657 κιλά, από 324.331 κιλά τον Αύγουστο του 2025. Η απώλεια έφτασε τα 67.674 κιλά, δηλαδή περίπου 67,7 τόνους, ή 20,9%.
Συνολικά, μόνο μέσα στον Αύγουστο, οι παραδόσεις πρόβειου και γίδινου γάλακτος μειώθηκαν κατά 554,7 τόνους. Από τους 2.194,227 τόνους του Αυγούστου του 2025, υποχώρησαν στους 1.639,518 τόνους τον Αύγουστο του 2026, καταγράφοντας συνολική πτώση 25,3%.
Η εικόνα του Αυγούστου έρχεται ως συνέχεια της μεγάλης υποχώρησης που είχε καταγραφεί τον Ιούλιο. Παρότι τα ποσοστά μείωσης περιορίστηκαν, οι παραδόσεις εξακολούθησαν να απέχουν σημαντικά από τα επίπεδα του 2025.
Τον Ιούλιο του 2026 παρέδωσαν πρόβειο γάλα προς μεταποίηση 1.498 κτηνοτρόφοι, έναντι 2.049 τον ίδιο μήνα του 2025. Οι παραγωγοί μειώθηκαν κατά 551 ή κατά 26,9%.
Οι παραδόσεις πρόβειου γάλακτος υποχώρησαν στους 2.518,136 τόνους, έναντι 3.876,574 τόνων τον Ιούλιο του 2025. Η απώλεια έφτασε τους 1.358,438 τόνους, με την πτώση να διαμορφώνεται στο 35%.
Στο γίδινο γάλα, τον Ιούλιο του 2026 παρέδωσαν παραγωγή 288 κτηνοτρόφοι, έναντι 480 έναν χρόνο νωρίτερα. Πρόκειται για 192 λιγότερους παραγωγούς, μείωση κατά 40%.
Οι παραδόσεις γίδινου γάλακτος περιορίστηκαν στους 346,621 τόνους, από 560,041 τόνους, με απώλεια 213,420 τόνων ή 38,1%.
Συνολικά, μόνο τον Ιούλιο, οι παραδόσεις πρόβειου και γίδινου γάλακτος μειώθηκαν κατά 1.571,9 τόνους, καταγράφοντας πτώση 35,4%.
Η προσθήκη των στοιχείων του Αυγούστου ανεβάζει τις συνολικές απώλειες του εξαμήνου πάνω από το όριο των 10.000 τόνων.
Στο πρόβειο γάλα, οι μειώσεις σε σύγκριση με τους αντίστοιχους μήνες του 2025 ήταν 102,4 τόνοι τον Μάρτιο, 3.338 τόνοι τον Απρίλιο, 2.143 τόνοι τον Μάιο, 1.592,7 τόνοι τον Ιούνιο, 1.358,4 τόνοι τον Ιούλιο και 487 τόνοι τον Αύγουστο.
Συνολικά, μέσα στο εξάμηνο Μαρτίου – Αυγούστου, οι απώλειες στο πρόβειο γάλα ανήλθαν σε περίπου 9.021,5 τόνους.
Στο γίδινο γάλα, οι αντίστοιχες απώλειες ήταν 49,9 τόνοι τον Μάρτιο, 264,2 τόνοι τον Απρίλιο, 235,1 τόνοι τον Μάιο, 233,4 τόνοι τον Ιούνιο, 213,4 τόνοι τον Ιούλιο και 67,7 τόνοι τον Αύγουστο.
Η συνολική μείωση στις παραδόσεις γίδινου γάλακτος έφτασε περίπου τους 1.063,7 τόνους. Αθροιστικά, οι παραδόσεις πρόβειου και γίδινου γάλακτος μειώθηκαν κατά περίπου 10.085 τόνους μέσα στους έξι μήνες, με βάση τα διαθέσιμα στρογγυλοποιημένα μηνιαία στοιχεία.
Οι ποσότητες αυτές αποτυπώνουν τη μείωση των καταγεγραμμένων παραδόσεων προς μεταποίηση σε σχέση με το 2025 και όχι ποσότητες γάλακτος που καταγράφηκαν ως κατεστραμμένες.
Εξίσου ανησυχητική με την πτώση των ποσοτήτων είναι η μείωση των κτηνοτρόφων που παραδίδουν γάλα.
Στο πρόβειο γάλα, σε σύγκριση με τους αντίστοιχους μήνες του 2025, καταγράφηκαν 45 λιγότεροι παραγωγοί τον Μάρτιο, 465 τον Απρίλιο, 493 τον Μάιο, 577 τον Ιούνιο, 551 τον Ιούλιο και 296 τον Αύγουστο.
Στο γίδινο γάλα, οι μειώσεις ήταν 43 παραγωγοί τον Μάρτιο, 166 τον Απρίλιο, 165 τον Μάιο, 190 τον Ιούνιο, 192 τον Ιούλιο και 124 τον Αύγουστο.
Οι αριθμοί αυτοί δεν μπορούν να προστεθούν ώστε να εξαχθεί ένας συνολικός αριθμός κτηνοτρόφων που εγκατέλειψαν την παραγωγή. Ο ίδιος παραγωγός μπορεί να απουσιάζει από τις παραδόσεις περισσότερων μηνών, ενώ αρκετοί κτηνοτρόφοι παραδίδουν τόσο πρόβειο όσο και γίδινο γάλα. Η απουσία από τις μηνιαίες καταγραφές δεν αποδεικνύει, επίσης, από μόνη της οριστική εγκατάλειψη του επαγγέλματος.
Η σύγκριση ανά μήνα αποκαλύπτει, ωστόσο, μια σαφή και σταθερή τάση. Από τον Απρίλιο και μετά, εκατοντάδες λιγότεροι κτηνοτρόφοι παραδίδουν γάλα σε σχέση με το 2025. Ακόμη και τον Αύγουστο, από τις παραδόσεις γίδινου γάλακτος απουσίαζε σχεδόν το 30% των παραγωγών που είχαν καταγραφεί έναν χρόνο νωρίτερα.
Η μείωση των παραδόσεων κατά περίπου 10.085 τόνους γάλακτος σε διάστημα έξι μηνών δεν αφορά μόνο το εισόδημα των κτηνοτρόφων. Επηρεάζει άμεσα τα τυροκομεία, την παραγωγή φέτας και άλλων τοπικών τυροκομικών προϊόντων. Αν υποθέσουμε ότι όλη η ποσότητα γάλακτος που χάθηκε κατευθύνονταν στην παραγωγή φέτας θα είχαμε μείωση του όγκου παραγωγής κατά 2.500 τόνου φέτας.
Η απώλεια ζωικού κεφαλαίου και η παρατεταμένη υποχώρηση της παραγωγής εντείνουν την αγωνία για την επιβίωση των εκτροφών. Για τα χωριά που στηρίζονται στην κτηνοτροφία, η συρρίκνωση του κλάδου δημιουργεί κίνδυνο περαιτέρω οικονομικής και πληθυσμιακής ερημοποίησης.