
Με αιχμηρό πολιτικό σχόλιο, αναφορές στην καθημερινότητα των κατοίκων της Λέσβου και ερωτήματα για τις προτεραιότητες της πολιτείας, η Μαρία Χατζηγεωργίου, ο Θράσος Αβραάμ και η Δέσποινα Φραντζή συζήτησαν στην εκπομπή «Τα παιδία παίζει», στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΤΟ ΝΗΣΙ 99 FM, θέματα που ξεκινούν από το κόστος ζωής και φτάνουν μέχρι την κοινωνική φροντίδα και τη διαφάνεια στην ενημέρωση.
Κοινός παρονομαστής της συζήτησης ήταν η απόσταση ανάμεσα στις επίσημες εξαγγελίες και στην πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες. Από το γέμισμα του ρεζερβουάρ και τη θέρμανση του σπιτιού μέχρι την αναζήτηση κατάλληλης δομής για ένα παιδί, οι τρεις δημοσιογράφοι έθεσαν το ερώτημα πόσο αποτελεσματικά ανταποκρίνεται το κράτος στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Η ακρίβεια επιστρέφει στον οικογενειακό λογαριασμό
Η συζήτηση άνοιξε με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat που παρουσιάστηκαν στην εκπομπή, σύμφωνα με τα οποία ο πληθωρισμός στην Ελλάδα ανέβηκε τον Σεπτέμβριο στο 5,1%, από 3,7% τον Αύγουστο. Οι συντελεστές στάθηκαν στις επιπτώσεις που έχουν οι ανατιμήσεις στα βασικά αγαθά και στα καύσιμα, υποστηρίζοντας ότι τα μέτρα που ανακοινώθηκαν δεν προσφέρουν την ανακούφιση που χρειάζονται νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις δηλώσεις του προέδρου των πρατηριούχων της Λέσβου, Γιώργου Μαλή, σχετικά με το πραγματικό ύψος της πρόσθετης ελάφρυνσης στα καύσιμα. Όπως μεταφέρθηκε στην εκπομπή, από τη συνολική μείωση των 20 λεπτών ανά λίτρο, τα 15 λεπτά ίσχυαν ήδη από τον Ιούλιο, με τα 10 να προέρχονται από κυβερνητική παρέμβαση και τα πέντε από τα διυλιστήρια.
Συνεπώς, σύμφωνα με την εξήγηση που παρουσιάστηκε, η νέα παρέμβαση προσθέτει πέντε λεπτά ανά λίτρο. Σε αυτή τη διαφορά επικεντρώθηκε η κριτική των δημοσιογράφων, οι οποίοι υποστήριξαν ότι η εικόνα που δημιουργούν οι ανακοινώσεις απέχει από το πρόσθετο όφελος για τον καταναλωτή.
Η θέρμανση γίνεται πηγή αγωνίας
Το κόστος της θέρμανσης αποτέλεσε ξεχωριστό σημείο της συζήτησης, με έμφαση στους ηλικιωμένους και στους ανθρώπους που ζουν μόνοι σε ορεινά χωριά της Λέσβου.
Στην εκπομπή διατυπώθηκε η εκτίμηση ότι η αγορά ενός τόνου πετρελαίου θέρμανσης ενδέχεται να απαιτήσει 1.700 έως 1.800 ευρώ, ποσό που παρουσιάστηκε ως ενδεικτικό της μεγάλης πίεσης στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι ακόμη και αυτή η ποσότητα δεν αρκεί απαραίτητα για να καλύψει τις ανάγκες ενός σπιτιού ολόκληρο τον χειμώνα.
Πίσω από τα χιουμοριστικά σχόλια για κουβέρτες και πουλόβερ, αναδείχθηκε η ανησυχία για όσους δεν έχουν τα οικονομικά περιθώρια να διατηρήσουν το σπίτι τους ζεστό. Οι τρεις δημοσιογράφοι άσκησαν κριτική στην απουσία, όπως υποστήριξαν, μιας γενναίας παρέμβασης στη φορολογία των καυσίμων.
Ο Θράσος Αβραάμ συνέδεσε τη συζήτηση αυτή με τις κυβερνητικές επιλογές στη διάθεση δημόσιων πόρων, επικρίνοντας τις δαπάνες για συμβουλευτικές υπηρεσίες και απευθείας αναθέσεις. Έθεσε έτσι ζήτημα πολιτικών προτεραιοτήτων, αντιπαραβάλλοντας τις ανάγκες της καθημερινότητας με τις χρηματοδοτήσεις που, κατά την κριτική του, κατευθύνονται σε άλλους τομείς.
Η καταγγελία της βίας πρέπει να οδηγεί σε προστασία
Στο πεδίο της κοινωνικής επικαιρότητας, η Δέσποινα Φραντζή αναφέρθηκε στη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στο «Ν» η διευθύντρια της Ψυχιατρικής Κλινικής του Νοσοκομείου Μυτιλήνης, κ. Κούρτη. Μετέφερε τον προβληματισμό για τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας στη Λέσβο και υπογράμμισε την ανάγκη αναγνώρισης των κακοποιητικών συμπεριφορών.
Η συζήτηση στάθηκε στη σημασία τού να διακρίνεται η αγάπη από τον έλεγχο και την κακοποίηση, αλλά και στην ανάγκη η αναγνώριση του κινδύνου να συνοδεύεται από ουσιαστική παρέμβαση.
Με αφορμή την επίθεση στο Λαύριο και τις αναφορές σε πέντε προηγούμενες καταγγελίες, η Δέσποινα Φραντζή έθεσε το κρίσιμο ερώτημα της προστασίας μετά την προσφυγή στις αρχές. Όπως προέκυψε από τη συζήτηση, το ζητούμενο δεν εξαντλείται στο να βρει μια γυναίκα τη δύναμη να καταγγείλει τη βία. Είναι να μπορεί, στη συνέχεια, να αισθάνεται και να είναι ασφαλής.
Μια αναγκαία πρόσληψη και μια επώδυνη αναμονή
Ως θετική εξέλιξη αντιμετωπίστηκε η προαναγγελία πρόσληψης παιδοψυχιάτρου στο Νοσοκομείο Μυτιλήνης, την οποία είχε μεταφέρει η κ. Κούρτη. Στην εκπομπή υπογραμμίστηκε ότι πρόκειται για ανάγκη που παρέμενε ανοιχτή για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για έναν 15χρονο που, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, παρέμεινε επί περίπου ενάμιση μήνα στο νοσοκομείο, επειδή δεν βρισκόταν κατάλληλη δομή φιλοξενίας, ανέδειξε τα ευρύτερα κενά στην υποστήριξη παιδιών με αυξημένες ανάγκες φροντίδας.
Όπως μεταφέρθηκε, τελικά βρέθηκε δομή στην ηπειρωτική Ελλάδα και πραγματοποιήθηκε η μεταφορά του. Ωστόσο, οι δημοσιογράφοι επέμειναν ότι η έκβαση αυτή δεν αναιρεί το πρόβλημα της παρατεταμένης αναμονής μέσα σε έναν νοσοκομειακό χώρο.
Η κριτική επεκτάθηκε και στο τι συμβαίνει μετά την ενηλικίωση. Τονίστηκε ότι η ανάγκη υποστήριξης δεν σταματά αυτομάτως στα 18 χρόνια και ότι η κοινωνική φροντίδα πρέπει να έχει συνέχεια, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε ανθρώπου.
Παράλληλα, αναγνωρίστηκε η συμβολή ευαισθητοποιημένων πολιτών και επαγγελματιών, με την επισήμανση ότι οι προσωπικές πρωτοβουλίες δεν αρκούν για να καλύψουν την απουσία οργανωμένων υπηρεσιών.
Τα μεγάλα έργα και τα ερωτήματα για την ενημέρωση
Στο τελευταίο μέρος της εκπομπής, ο Θράσος Αβραάμ επικεντρώθηκε στη σχέση επιχειρηματικών συμφερόντων, δημόσιων έργων και μέσων ενημέρωσης. Αφετηρία αποτέλεσαν αναφορές σε δημοσιεύματα της Wall Street Journal και των Reporters United για τον όμιλο AKTOR και τις ενεργειακές συμφωνίες.
Μεταφέροντας τη συζήτηση στη Λέσβο, αναφέρθηκε στον δρόμο Καλλονής–Σιγρίου και στο φράγμα Τσικνιά. Για τον οδικό άξονα έθεσε ερωτήματα σχετικά με τις κατολισθήσεις, την πρόβλεψη των προβλημάτων και την ευθύνη αποκατάστασής τους.
Για το φράγμα Τσικνιά, υπενθύμισε τις αντιρρήσεις που έχει εκφράσει ο Ηρακλής Πιτσιλαδής μέσα από το «Ν» και στη συνέχεια άσκησε κριτική στον τρόπο παρουσίασης του έργου από τοπική εβδομαδιαία εφημερίδα.
Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι μετά από επικριτικές αναφορές στο έργο εμφανίστηκαν ολοσέλιδα δημοσιεύματα υπέρ της υλοποίησής του, χωρίς υπογραφή συντάκτη ή ένδειξη ξένης δημοσίευσης. Ο ίδιος ερμήνευσε αυτή την πρακτική ως ζήτημα διαφάνειας και σχέσεων οικονομικών συμφερόντων με την ενημέρωση. Μάλιστα διαβάστηκε και σχετικο απόσπασμα από την εβδομαδιαία εφημερίδα.Οι αναφορές αυτές διατυπώθηκαν ως κριτική και καταγγελίες του δημοσιογράφου.
Μέσα από τα παραδείγματα που συζητήθηκαν, αναδείχθηκε η απαίτηση να υπάρχουν σαφείς απαντήσεις για τα δημόσια έργα, τις ευθύνες υλοποίησής τους και τον τρόπο με τον οποίο ενημερώνονται οι πολίτες. Μια απαίτηση που οι συντελεστές της εκπομπής συνέδεσαν με την ανάγκη δημόσιου ελέγχου, ιδιαίτερα όταν οι αποφάσεις αφορούν μεγάλους πόρους και το μέλλον του νησιού.