
Λίγο πριν ξεκινήσει η νέα ελαιοκομική περίοδος στη λεκάνη της Μεσογείου, οι τιμές χονδρικής και παραγωγού του ελαιολάδου υποχωρούν. Η οριακή ανάκαμψη των τιμών, που εμφανίστηκε στα τέλη Αυγούστου και στις αρχές Σεπτεμβρίου, αποδείχθηκε ασθενέστατη.
Ακόμη και οι εκτιμήσεις που θέλουν την ισπανική παραγωγή ελαιολάδου για τον προσεχή χειμώνα να υποχωρεί στην περιοχή του 1,5 εκατομμυρίου τόνων δεν αποδείχθηκαν ικανές να ανατρέψουν το αρνητικό κλίμα στην αγορά. Κι αυτό γιατί οι τυποποιητές και οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ κατανοούν ότι στην αγορά υπάρχουν μεγάλες ποσότητες ελαιολάδου, οι οποίες μπορούν να καλύψουν με άνεση τη ζήτηση.
Είναι τέτοια η βεβαιότητα που εκφράζουν, ώστε φοβόμαστε ότι από τα μέσα Νοεμβρίου και μετά, όταν θα βγουν στην αγορά σημαντικές ποσότητες φρέσκου ελαιολάδου, θα δούμε έναν νέο κύκλο υποχώρησης των τιμών παραγωγού, σε νέα ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Κι αυτό γιατί βρισκόμαστε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τυποποιητές και οι έμποροι σχεδιάζουν την εμπορική τους πολιτική με εξαιρετικά βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, δύο έως τριών μηνών.
Ωστόσο, είναι λάθος να πιστέψει κανείς ότι όλα κρίνονται μόνο στο επίπεδο της προσφοράς και της ζήτησης. Η μακροχρόνια διαμορφωμένη τάση στην αγορά του ελαιολάδου, με τις εξαιρετικά χαμηλές τιμές παραγωγού, είναι αποτέλεσμα του μακρόπνοου σχεδιασμού που έχουν κάνει οι Ισπανοί πρωταθλητές του κλάδου, στην προσπάθειά τους να θέσουν υπό τον έλεγχό τους την παγκόσμια αγορά. Κάτι που έχουν ήδη καταφέρει σε πολύ μεγάλο ποσοστό.
Μέχρι σήμερα, μόνο ο ιταλικός ελαιοκομικός τομέας δείχνει να αντιστέκεται στην ισπανική επέλαση. Η αντιπαράθεση των δύο διακριτών επιχειρηματικών σχεδίων αυτή την περίοδο εκφράζεται και μέσα από την επιχειρηματική «μάχη» για τον έλεγχο της Deoleo, του ισπανικού γίγαντα στον τομέα της τυποποίησης και του χονδρικού εμπορίου ελαιολάδου.
Όσον αφορά τον ελληνικό ελαιοκομικό τομέα, δείχνει να παραδέρνεται ανάμεσα στο ιταλικό και το ισπανικό σχέδιο για τον κλάδο. Τη μία ημέρα ανακοινώνεται γενναία επιδότηση για ελαιώνες υπέρπυκνης φύτευσης και την άλλη ο κ. Ανδριανός μιλά για την ανάγκη να αναδειχθούν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του ελληνικού ελαιολάδου.
Το να μην κατανοούν οι κυβερνώντες τι είναι αυτό που έχουν να αντιμετωπίσουν είναι αναμενόμενο. Όμως, το να εκφράζουν την ίδια σύγχυση και οι επιχειρηματικοί παράγοντες του ελαιοκομικού κλάδου της χώρας δείχνει απίστευτη κατάπτωση.
Οι τιμές και ο περίεργος χειμώνας που έρχεται
Η περίοδος που ζούμε δείχνει ότι είναι λάθος να κάνει κανείς εκτιμήσεις για την πορεία των τιμών του ελαιολάδου με βάση τις βραχυπρόθεσμες τάσεις της αγοράς. Κατά τη γνώμη μας, κρίσιμα στοιχεία που θα παίξουν ρόλο στη διαμόρφωση των τιμών είναι το πραγματικό κόστος παραγωγής, το οποίο θα επηρεαστεί από την αύξηση των τιμών των λιπασμάτων, των καυσίμων και των ημερομισθίων.
Ήδη, με βάση τα στοιχεία που έχουν παρουσιάσει οι ελαιοκομικοί δήμοι της Ισπανίας, το 70% των ελαιώνων της χώρας ήταν ζημιογόνο την προηγούμενη χρονιά. Η κατάσταση θα είναι σημαντικά επιδεινωμένη τον χειμώνα 2026-2027.
Πρέπει εδώ να προστεθεί ότι η αύξηση του κόστους θα είναι μεγαλύτερη για τους ελαιώνες πυκνής και υπέρπυκνης φύτευσης, καθώς σε αυτούς χρησιμοποιούνται πολύ μεγαλύτερες ποσότητες λιπασμάτων και ενέργειας συγκριτικά με τους παραδοσιακούς ελαιώνες.
Πολύ απλά, αν οι τιμές δεν ανακάμψουν, μεγάλες ποσότητες καρπού σε όλη τη Μεσόγειο κινδυνεύουν να μη συγκομιστούν ή η συγκομιδή να εξελιχθεί σε μια μακρόχρονη διαδικασία, που θα οδηγήσει σε υποβάθμιση του ελαιολάδου που θα παραχθεί.
Με αυτό το πνεύμα, οι τιμές χονδρικής που ανακοίνωσε η ιστοσελίδα Teatro Naturale στις 23 Σεπτεμβρίου θα πρέπει να θεωρούνται ιστορικά χαμηλές. Η τιμή χονδρικής για το ελληνικό έξτρα παρθένο ελαιόλαδο διαμορφώθηκε στα 3,95 ευρώ ανά κιλό, το ιταλικό έξτρα παρθένο στην Andria βρέθηκε στα 4,40 ευρώ ανά κιλό, ενώ το ισπανικό έξτρα παρθένο ελαιόλαδο της ποικιλίας Picual βρέθηκε στα 3,68 ευρώ ανά κιλό.