
Στις σημαντικές δυνατότητες που διαθέτει το ελαιόλαδο της Λέσβου και ιδιαίτερα αυτό της ποικιλία Κολοβή για να αποκτήσει μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία στις διεθνείς αγορές αναφέρθηκε εκτενώς ο καθηγητής Χημείας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών Σέρκος Χαρουτουνιάν, μιλώντας στην εκδήλωση Roots of Lesvos, που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου στην Αγία Παρασκευή.
Κεντρικός άξονας της παρέμβασής του ήταν ότι η Λέσβος δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις μεγάλες ελαιοπαραγωγικές περιοχές του εξωτερικού σε ποσότητες και χαμηλές τιμές. Μπορεί, όμως, όπως υποστήριξε, να επενδύσει στην ποιότητα, την ιστορία, την ταυτότητα της Κολοβής, την επιστημονική τεκμηρίωση και την καινοτομία, ώστε το λεσβιακό ελαιόλαδο να αποκτήσει την οικονομική αξία που αντιστοιχεί στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του.
Ξεκινώντας από τη γενικότερη κατάσταση του πρωτογενούς τομέα, ο κ. Χαρουτουνιάν σημείωσε ότι η σύγχρονη γεωργία δεν περιορίζεται πλέον απλώς στην παραγωγή. Η καινοτομία, η ασφάλεια των τροφίμων, η πιστοποίηση, η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και η έρευνα αποτελούν, όπως είπε, βασικές προϋποθέσεις για την ανταγωνιστικότητα των αγροτικών προϊόντων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στη σύνδεση του προϊόντος με τον τόπο παραγωγής του. Οι σύγχρονες αγορές, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν αναζητούν μόνο τη γεύση και την ποιότητα, αλλά και την ιστορία, τον πολιτισμό και την ταυτότητα που συνοδεύουν ένα τρόφιμο.
Χαρακτηριστική ήταν η αναφορά του στον τρόπο με τον οποίο το λεσβιακό ελαιόλαδο φτάνει σήμερα στον επισκέπτη του νησιού.
Όπως σημείωσε, εκατομμύρια τουρίστες που επισκέπτονται την Ελλάδα καταναλώνουν ελληνικό ελαιόλαδο, χωρίς όμως πάντοτε να γνωρίζουν ποιο ακριβώς προϊόν δοκιμάζουν. Έθεσε μάλιστα το ερώτημα σε πόσα εστιατόρια της Λέσβου υπάρχει πάνω στο τραπέζι ένα μπουκάλι που να αναγράφει ξεκάθαρα ότι περιέχει ελαιόλαδο Λέσβου, αντί για ένα απλό ανώνυμο δοχείο.
Κατά τον ίδιο, η σύνδεση του ελαιολάδου με τη λεσβιακή γαστρονομία και τον τουρισμό μπορεί να αποτελέσει ένα από τα βασικά εργαλεία για την ενίσχυση της αναγνωρισιμότητας του προϊόντος.
Ο κ. Χαρουτουνιάν στάθηκε ιδιαίτερα στο ελαιόλαδο της Λέσβου, σημειώνοντας ότι διαθέτει αναγνωρισμένη ταυτότητα εδώ και δεκαετίες, αλλά δεν έχει αποκτήσει την αναγνωρισιμότητα που, κατά την εκτίμησή του, θα μπορούσε να έχει.
Αναφέρθηκε επίσης στην ιστορική σχέση της Λέσβου με την ελιά, φτάνοντας έως τον Θεόφραστο και τις πρώτες βοτανικές περιγραφές του ελαιόδεντρου. Αυτή η ιστορική συνέχεια, όπως υποστήριξε, δεν αποτελεί απλώς ένα ενδιαφέρον στοιχείο του παρελθόντος, αλλά μπορεί να αποτελέσει μέρος της σύγχρονης εμπορικής ταυτότητας του προϊόντος.
Σημαντικό μέρος της ομιλίας ήταν αφιερωμένο στην Κολοβή, την ποικιλία που κυριαρχεί σε μεγάλο μέρος του λεσβιακού ελαιώνα.
Σύμφωνα με τον κ. Χαρουτουνιάν, το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της παραγωγής του νησιού συνδέεται με συγκεκριμένη ποικιλία αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα, καθώς επιτρέπει τη δημιουργία μιας πιο ξεκάθαρης και αναγνωρίσιμης ταυτότητας για το προϊόν. Αντίθετα, σε περιοχές όπου συνυπάρχουν πολλές διαφορετικές ποικιλίες, είναι δυσκολότερο να δημιουργηθεί ένα ενιαίο αφήγημα γύρω από το παραγόμενο ελαιόλαδο.
Όπως τόνισε, η Κολοβή δεν βρίσκεται τυχαία στη Λέσβο. Είναι ιδιαίτερα προσαρμοσμένη στις κλιματικές και εδαφικές συνθήκες του νησιού και ειδικότερα στις περιορισμένες βροχοπτώσεις, ενώ μπορεί να αναπτυχθεί σε διαφορετικούς τύπους εδάφους.
Σύμφωνα με όσα παρουσίασε, τα κλιματικά χαρακτηριστικά της Λέσβου συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό με τις ανάγκες της Κολοβής. Τα ελαφρώς αλκαλικά και συχνά πετρώδη εδάφη με καλή αποστράγγιση δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξή της.
Παράλληλα, οι παραδοσιακές αναβαθμίδες και η ιδιαίτερη μορφολογία του λεσβιακού ελαιώνα, αν και δυσκολεύουν την εκμηχάνιση και ανεβάζουν το κόστος συγκομιδής, μπορούν -σύμφωνα με τον ομιλητή- να μετατραπούν από μειονέκτημα σε πλεονέκτημα.
Η πιο περιορισμένη χρήση μηχανικών μέσων και ο παραδοσιακότερος τρόπος συγκομιδής μπορούν, όπως υποστήριξε, να περιορίζουν τον τραυματισμό του καρπού και την παρουσία ξένων υλών, συμβάλλοντας στην ποιότητα του τελικού προϊόντος.
Ο κ. Χαρουτουνιάν αναφέρθηκε και στα χαρακτηριστικά του ίδιου του ελαιολάδου της Κολοβής.
Όπως είπε, η ποικιλία έχει αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικών μελετών και εμφανίζει αξιόλογα επίπεδα ενώσεων, μεταξύ των οποίων φαινόλες και υδροξυτυροσόλη. Επικαλούμενος συγκριτικά στοιχεία με ποικιλίες από την Ιταλία, την Τουρκία και την Ισπανία, υποστήριξε ότι η Κολοβή εμφανίζει ιδιαίτερα ενδιαφέρον περιεχόμενο, το οποίο μπορεί να αποτελέσει βάση για ένα ισχυρότερο branding του λεσβιακού ελαιολάδου.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στο μέγεθος του ίδιου του λεσβιακού ελαιώνα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, οι ελαιώνες καλύπτουν περίπου το 28% της έκτασης του νησιού, ενώ στη Λέσβο υπάρχουν περίπου 11 εκατομμύρια ελαιόδεντρα.
Αντιστοίχισε μάλιστα τον αριθμό αυτό στον πληθυσμό του νησιού, κάνοντας λόγο για περίπου 126 ελαιόδεντρα ανά κάτοικο, στοιχείο που κατά τον ίδιο αποτυπώνει με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο τη σημασία της ελαιοκαλλιέργειας για την τοπική οικονομία.
Ο κ. Χαρουτουνιάν υποστήριξε ότι η Λέσβος θα πρέπει να εξετάσει πολύ πιο συστηματικά τα ευρωπαϊκά εργαλεία προώθησης προϊόντων ΠΟΠ και ΠΓΕ.
Όπως ανέφερε, υπάρχουν δυνατότητες χρηματοδότησης οργανωμένων δράσεων εξωστρέφειας σε αγορές υψηλής αξίας, φέρνοντας ως παραδείγματα την Ιαπωνία, την Κίνα και την Ινδία.
Κατά την εκτίμησή του, το λεσβιακό ελαιόλαδο διαθέτει ήδη τα στοιχεία -ποιότητα, ιστορία, ιδιαίτερη ποικιλία και επιστημονική τεκμηρίωση- πάνω στα οποία θα μπορούσε να στηριχθεί μια τέτοια προσπάθεια.
Από τις πιο ενδιαφέρουσες αναφορές της ομιλίας ήταν εκείνη στη δυνατότητα οικονομικής αξιοποίησης της δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα από τους ελαιώνες.
Ο κ. Χαρουτουνιάν σημείωσε ότι τα περίπου 11 εκατομμύρια ελαιόδεντρα της Λέσβου δεσμεύουν διοξείδιο του άνθρακα και συνέδεσε αυτή τη λειτουργία με την ανάπτυξη της εθελοντικής αγοράς άνθρακα.
Κατά την πρότασή του, εφόσον δημιουργηθεί το κατάλληλο, αξιόπιστο σύστημα μέτρησης και πιστοποίησης, θα μπορούσε να διερευνηθεί η αξιοποίηση δικαιωμάτων που συνδέονται με τον άνθρακα που δεσμεύουν οι ελαιώνες, δημιουργώντας ενδεχομένως μία πρόσθετη πηγή εισοδήματος για τους ελαιοπαραγωγούς.
Για να εξηγήσει τη λογική της πρότασής του, αναφέρθηκε σε προσωπική εμπειρία από μεγάλο συνέδριο περίπου 10.000 ατόμων στο Παρίσι, για το οποίο είχε υπολογιστεί το ανθρακικό αποτύπωμα και στη συνέχεια αγοράστηκαν δικαιώματα άνθρακα από τη Μιανμάρ.
«Εμείς στην Ελλάδα έχουμε ελαιώνες, έχουμε δέντρα που απορροφούν διοξείδιο του άνθρακα. Γιατί να μην το αξιοποιήσουμε;», ήταν το ερώτημα που, όπως είπε, του γεννήθηκε τότε.
Ανέφερε ακόμη ότι στο παρελθόν είχε αναπτυχθεί με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση σχετικό σύστημα με συμμετοχή της Ελλάδας, της Ιταλίας και της Ισπανίας, το οποίο δοκιμάστηκε και εκτός Ελλάδας, χωρίς ωστόσο η συγκεκριμένη προσέγγιση να προχωρήσει μέχρι σήμερα στη χώρα στο επίπεδο που ο ίδιος θα επιθυμούσε.
Ακριβώς επειδή, όπως ανέφερε, δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα μια ολοκληρωμένη εθνική προσέγγιση στο συγκεκριμένο πεδίο, έθεσε τη σκέψη να διερευνηθεί εάν μια τέτοια πρωτοβουλία θα μπορούσε να ξεκινήσει σε τοπικό επίπεδο από τη Λέσβο.
Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς συνδέει για πρώτη φορά στην ίδια συζήτηση τον τεράστιο αριθμό ελαιοδέντρων του νησιού, την περιβαλλοντική τους λειτουργία και την αναζήτηση νέων οικονομικών εργαλείων για τη στήριξη του παραγωγού.
Το κεντρικό μήνυμα της ομιλίας ήταν ότι η Λέσβος δεν έχει λόγο να ανταγωνιστεί άλλες παραγωγικές περιοχές αποκλειστικά στην τιμή.
Ο κ. Χαρουτουνιάν έκλεισε το συγκεκριμένο σκέλος της παρέμβασής του επισημαίνοντας ότι ένα προϊόν με τόσο έντονη ιστορική ταυτότητα, ιδιαίτερη ποικιλία, επιστημονικά τεκμηριωμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά και έναν ελαιώνα τέτοιας έκτασης δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα απλό προϊόν χαμηλής τιμής.
«Δεν μπορούμε να μακροημερεύσουμε πουλώντας ένα προϊόν στα τρία ευρώ το κιλό», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι το ζητούμενο για τη Λέσβο είναι να βρει οργανωμένους τρόπους ώστε η υπεραξία που ήδη διαθέτει το ελαιόλαδό της να επιστρέψει στον ίδιο τον παραγωγό.